むき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δείχνω, αποκαλύπτω, προβάλλω (τα δόντια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
むき出す
Παρόν (ευγενικό)
むき出します
Άρνηση (απλή)
むき出さない
Άρνηση (ευγενική)
むき出しません
Παρελθόν (απλό)
むき出した
Παρελθόν (ευγενικό)
むき出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むき出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むき出しませんでした
Τε-μορφή
むき出して
Δυνητική
むき出せる
Προστακτική
むき出せ
Βουλητική
むき出そう
Υποθετική (ば)
むき出せば