むぎゅむぎゅ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ελαστικός (υφή), ζυμώδης, εύκαμπτος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- むぎゅむぎゅする
- Παρόν (ευγενικό)
- むぎゅむぎゅします
- Άρνηση (απλή)
- むぎゅむぎゅしない
- Άρνηση (ευγενική)
- むぎゅむぎゅしません
- Παρελθόν (απλό)
- むぎゅむぎゅした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- むぎゅむぎゅしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- むぎゅむぎゅしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- むぎゅむぎゅしませんでした
- Τε-μορφή
- むぎゅむぎゅして
- Δυνητική
- むぎゅむぎゅできる
- Προστακτική
- むぎゅむぎゅしろ
- Βουλητική
- むぎゅむぎゅしよう
- Υποθετική (ば)
- むぎゅむぎゅすれば
- Υποθετική (たら)
- むぎゅむぎゅしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- むぎゅむぎゅしたい
- Απαγορευτική (~な)
- むぎゅむぎゅするな
- Προστακτική (ευγενική)
- むぎゅむぎゅしなさい
- Παθητική
- むぎゅむぎゅされる
- Αιτιατική
- むぎゅむぎゅさせる