むくむく

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία υψώνομαι (για καπνό, σύννεφα κ.λπ.), ορθώνομαι, φουσκώνω
  2. 02 ονοματοποιία παχουλός, εύσωμος
  3. 03 ονοματοποιία ξεχειλίζω (για συναίσθημα), αναβλύζω
  4. 04 ονοματοποιία σηκώνομαι, κινούμαι, δραστηριοποιούμαι
  5. 05 ονοματοποιία μαλλιαρός, τριχωτός

Κλίση

Παρόν (απλό)
むくむくする
Παρόν (ευγενικό)
むくむくします
Άρνηση (απλή)
むくむくしない
Άρνηση (ευγενική)
むくむくしません
Παρελθόν (απλό)
むくむくした
Παρελθόν (ευγενικό)
むくむくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むくむくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むくむくしませんでした
Τε-μορφή
むくむくして
Δυνητική
むくむくできる
Προστακτική
むくむくしろ
Βουλητική
むくむくしよう
Υποθετική (ば)
むくむくすれば