むずがゆ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φαγουριάρικος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανατριχιαστικός, αμήχανος

Κλίση

Παρόν (απλό)
むず痒い
Παρόν (ευγενικό)
むず痒いです
Άρνηση (απλή)
むず痒くない
Άρνηση (ευγενική)
むず痒くないです
Παρελθόν (απλό)
むず痒かった
Παρελθόν (ευγενικό)
むず痒かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むず痒くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むず痒くなかったです
Τε-μορφή
むず痒くて
Υποθετική (ば)
むず痒ければ