むせかえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πνίγομαι, πνίγομαι (από)
  2. 02 λυγίζω με σπασμωδικούς λυγμούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
むせ返る
Παρόν (ευγενικό)
むせ返ります
Άρνηση (απλή)
むせ返らない
Άρνηση (ευγενική)
むせ返りません
Παρελθόν (απλό)
むせ返った
Παρελθόν (ευγενικό)
むせ返りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むせ返らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むせ返りませんでした
Τε-μορφή
むせ返って
Δυνητική
むせ返れる
Προστακτική
むせ返れ
Βουλητική
むせ返ろう
Υποθετική (ば)
むせ返れば