むっくり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία απότομα (για έγερση)
  2. 02 ονοματοποιία αργά (για έγερση)
  3. 03 ονοματοποιία παχύσαρκος, στρογγυλός

Κλίση

Παρόν (απλό)
むっくりする
Παρόν (ευγενικό)
むっくりします
Άρνηση (απλή)
むっくりしない
Άρνηση (ευγενική)
むっくりしません
Παρελθόν (απλό)
むっくりした
Παρελθόν (ευγενικό)
むっくりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むっくりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むっくりしませんでした
Τε-μορφή
むっくりして
Δυνητική
むっくりできる
Προστακτική
むっくりしろ
Βουλητική
むっくりしよう
Υποθετική (ば)
むっくりすれば