むんむん

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αποπνικτικός, υγρός και ζεστός, πνιγηρός

Κλίση

Παρόν (απλό)
むんむんする
Παρόν (ευγενικό)
むんむんします
Άρνηση (απλή)
むんむんしない
Άρνηση (ευγενική)
むんむんしません
Παρελθόν (απλό)
むんむんした
Παρελθόν (ευγενικό)
むんむんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
むんむんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
むんむんしませんでした
Τε-μορφή
むんむんして
Δυνητική
むんむんできる
Προστακτική
むんむんしろ
Βουλητική
むんむんしよう
Υποθετική (ば)
むんむんすれば