むんむん
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αποπνικτικός, υγρός και ζεστός, πνιγηρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- むんむんする
- Παρόν (ευγενικό)
- むんむんします
- Άρνηση (απλή)
- むんむんしない
- Άρνηση (ευγενική)
- むんむんしません
- Παρελθόν (απλό)
- むんむんした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- むんむんしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- むんむんしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- むんむんしませんでした
- Τε-μορφή
- むんむんして
- Δυνητική
- むんむんできる
- Προστακτική
- むんむんしろ
- Βουλητική
- むんむんしよう
- Υποθετική (ば)
- むんむんすれば
- Υποθετική (たら)
- むんむんしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- むんむんしたい
- Απαγορευτική (~な)
- むんむんするな
- Προστακτική (ευγενική)
- むんむんしなさい
- Παθητική
- むんむんされる
- Αιτιατική
- むんむんさせる