めくれ上がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανασηκώνομαι, σηκώνομαι (π.χ. από τον άνεμο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- めくれ上がる
- Παρόν (ευγενικό)
- めくれ上がります
- Άρνηση (απλή)
- めくれ上がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- めくれ上がりません
- Παρελθόν (απλό)
- めくれ上がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- めくれ上がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- めくれ上がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- めくれ上がりませんでした
- Τε-μορφή
- めくれ上がって
- Δυνητική
- めくれ上がれる
- Προστακτική
- めくれ上がれ
- Βουλητική
- めくれ上がろう
- Υποθετική (ば)
- めくれ上がれば
- Υποθετική (たら)
- めくれ上がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- めくれ上がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- めくれ上がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- めくれ上がりなさい
- Παθητική
- めくれ上がられる
- Αιτιατική
- めくれ上がらせる