めり込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βουλιάζω, υποχωρώ, σφηνώνω (π.χ. στη λάσπη), παγιδεύομαι, ενσωματώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- めり込む
- Παρόν (ευγενικό)
- めり込みます
- Άρνηση (απλή)
- めり込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- めり込みません
- Παρελθόν (απλό)
- めり込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- めり込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- めり込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- めり込みませんでした
- Τε-μορφή
- めり込んで
- Δυνητική
- めり込める
- Προστακτική
- めり込め
- Βουλητική
- めり込もう
- Υποθετική (ば)
- めり込めば
- Υποθετική (たら)
- めり込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- めり込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- めり込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- めり込みなさい
- Παθητική
- めり込まれる
- Αιτιατική
- めり込ませる