もぎ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσπώ (ιδιαίτερα με στρίψιμο), μαζεύω, κόβω, ξεσκίζω
  2. 02 αρπάζω, αποσπώ με τη βία, αρπάζω (από κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
もぎ取る
Παρόν (ευγενικό)
もぎ取ります
Άρνηση (απλή)
もぎ取らない
Άρνηση (ευγενική)
もぎ取りません
Παρελθόν (απλό)
もぎ取った
Παρελθόν (ευγενικό)
もぎ取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
もぎ取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
もぎ取りませんでした
Τε-μορφή
もぎ取って
Δυνητική
もぎ取れる
Προστακτική
もぎ取れ
Βουλητική
もぎ取ろう
Υποθετική (ば)
もぎ取れば