もくる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό καπνίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
もくる
Παρόν (ευγενικό)
もくります
Άρνηση (απλή)
もくらない
Άρνηση (ευγενική)
もくりません
Παρελθόν (απλό)
もくった
Παρελθόν (ευγενικό)
もくりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
もくらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
もくりませんでした
Τε-μορφή
もくって
Δυνητική
もくれる
Προστακτική
もくれ
Βουλητική
もくろう
Υποθετική (ば)
もくれば