もぐもぐ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία μουρμουρίζω, μασάω τα λόγια μου
- 02 ονοματοποιία μασάω (τροφή)
- 03 ονοματοποιία στριφογυρίζω, σπαρταράω
Παραδείγματα
-
パンをもぐもぐと食べます。
Τρώω ψωμί μασουλώντας.
-
子犬がビスケットをもぐもぐと食べていて、とてもかわいかった。
Το κουτάβι μασουλούσε ένα μπισκότο και ήταν πολύ χαριτωμένο.
-
彼は何かを口の中でもぐもぐとさせながら、考え込んでいるようだった。
Φαινόταν να σκέφτεται κάτι βαθιά, ενώ μουρμούριζε κάτι στο στόμα του.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- もぐもぐする
- Παρόν (ευγενικό)
- もぐもぐします
- Άρνηση (απλή)
- もぐもぐしない
- Άρνηση (ευγενική)
- もぐもぐしません
- Παρελθόν (απλό)
- もぐもぐした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- もぐもぐしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- もぐもぐしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- もぐもぐしませんでした
- Τε-μορφή
- もぐもぐして
- Δυνητική
- もぐもぐできる
- Προστακτική
- もぐもぐしろ
- Βουλητική
- もぐもぐしよう
- Υποθετική (ば)
- もぐもぐすれば
- Υποθετική (たら)
- もぐもぐしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- もぐもぐしたい
- Απαγορευτική (~な)
- もぐもぐするな
- Προστακτική (ευγενική)
- もぐもぐしなさい
- Παθητική
- もぐもぐされる
- Αιτιατική
- もぐもぐさせる