もさっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία αφηρημένα, κενά, νωθρά
- 02 ονοματοποιία είμαι μη ελκυστικός, είμαι αντισυμβατικός, είμαι ακαλλιέργητος, είμαι άξεστος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- もさっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- もさっとします
- Άρνηση (απλή)
- もさっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- もさっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- もさっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- もさっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- もさっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- もさっとしませんでした
- Τε-μορφή
- もさっとして
- Δυνητική
- もさっとできる
- Προστακτική
- もさっとしろ
- Βουλητική
- もさっとしよう
- Υποθετική (ば)
- もさっとすれば
- Υποθετική (たら)
- もさっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- もさっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- もさっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- もさっとしなさい
- Παθητική
- もさっとされる
- Αιτιατική
- もさっとさせる