もぞもぞ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία έρπω, σέρνομαι (εντόμου κ.λπ.)
- 02 ονοματοποιία ανήσυχα, στριφογυρίζω
- 03 ονοματοποιία διστακτικά, αργά, νωχελικά
- 04 ονοματοποιία τρίβομαι (για τροφή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- もぞもぞする
- Παρόν (ευγενικό)
- もぞもぞします
- Άρνηση (απλή)
- もぞもぞしない
- Άρνηση (ευγενική)
- もぞもぞしません
- Παρελθόν (απλό)
- もぞもぞした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- もぞもぞしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- もぞもぞしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- もぞもぞしませんでした
- Τε-μορφή
- もぞもぞして
- Δυνητική
- もぞもぞできる
- Προστακτική
- もぞもぞしろ
- Βουλητική
- もぞもぞしよう
- Υποθετική (ば)
- もぞもぞすれば
- Υποθετική (たら)
- もぞもぞしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- もぞもぞしたい
- Απαγορευτική (~な)
- もぞもぞするな
- Προστακτική (ευγενική)
- もぞもぞしなさい
- Παθητική
- もぞもぞされる
- Αιτιατική
- もぞもぞさせる