もたれ合あう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέρνω ο ένας στον άλλον
  2. 02 βασίζομαι ο ένας στον άλλον, εξαρτώμαι ο ένας από τον άλλον, εξυπηρετώ ο ένας τον άλλον (δούναι και λαβείν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
もたれ合う
Παρόν (ευγενικό)
もたれ合います
Άρνηση (απλή)
もたれ合わない
Άρνηση (ευγενική)
もたれ合いません
Παρελθόν (απλό)
もたれ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
もたれ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
もたれ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
もたれ合いませんでした
Τε-μορφή
もたれ合って
Δυνητική
もたれ合える
Προστακτική
もたれ合え
Βουλητική
もたれ合おう
Υποθετική (ば)
もたれ合えば