もつれ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπλέκομαι, ανακατεύομαι
  2. 02 μπερδεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
もつれ合う
Παρόν (ευγενικό)
もつれ合います
Άρνηση (απλή)
もつれ合わない
Άρνηση (ευγενική)
もつれ合いません
Παρελθόν (απλό)
もつれ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
もつれ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
もつれ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
もつれ合いませんでした
Τε-μορφή
もつれ合って
Δυνητική
もつれ合える
Προστακτική
もつれ合え
Βουλητική
もつれ合おう
Υποθετική (ば)
もつれ合えば