もつれ込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρομαι στο επόμενο στάδιο (αφού δεν επιτεύχθηκε συμπέρασμα), μετατίθεμαι (π.χ. σε επόμενη συνεδρίαση), εισέρχομαι (σε επαναληπτικό γύρο, παράταση, επιπλέον περιόδους παιχνιδιού κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
もつれ込む
Παρόν (ευγενικό)
もつれ込みます
Άρνηση (απλή)
もつれ込まない
Άρνηση (ευγενική)
もつれ込みません
Παρελθόν (απλό)
もつれ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
もつれ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
もつれ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
もつれ込みませんでした
Τε-μορφή
もつれ込んで
Δυνητική
もつれ込める
Προστακτική
もつれ込め
Βουλητική
もつれ込もう
Υποθετική (ば)
もつれ込めば