もの
μόριο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δηλώνει αιτιολογία ή δικαιολογία
- 02 γυναικείο δηλώνει δυσαρέσκεια, δηλώνει την επιθυμία κάποιου να τον περιποιηθούν ή να του κάνουν τα χατίρια
Παραδείγματα
-
寒いもの。
Κάνει κρύο!
-
疲れたんだもの、仕方ないよ。
Είμαι κουρασμένος, τι να κάνω;
-
まだ子供なんだから、少しくらいわがまま言ったっていいじゃない、私は母親なんだもの。
Είναι ακόμα παιδί, οπότε δεν πειράζει να είναι λίγο ιδιότροπο, άλλωστε είμαι η μητέρα του.