ものっそい

επίθετο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό τρομερός, συγκλονιστικός, τεράστιος, απίστευτος, ακραίος
  2. 02 αργκό εξαιρετικά, απίστευτα, τρομερά

Κλίση

Παρόν (απλό)
ものっそい
Παρόν (ευγενικό)
ものっそいです
Άρνηση (απλή)
ものっそくない
Άρνηση (ευγενική)
ものっそくないです
Παρελθόν (απλό)
ものっそかった
Παρελθόν (ευγενικό)
ものっそかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ものっそくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ものっそくなかったです
Τε-μορφή
ものっそくて
Υποθετική (ば)
ものっそければ