もふもふ

επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία μαλακός στην αφή (π.χ. γούνα, πούπουλα), χνουδωτός
  2. 02 διαδικτυακή αργκό χαϊδεύω (κάτι χνουδωτό), τρίβω, χαϊδεύω απαλά