もみ合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπρώχνομαι, αλληλοσπρώχνομαι, παλεύω με κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- もみ合う
- Παρόν (ευγενικό)
- もみ合います
- Άρνηση (απλή)
- もみ合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- もみ合いません
- Παρελθόν (απλό)
- もみ合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- もみ合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- もみ合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- もみ合いませんでした
- Τε-μορφή
- もみ合って
- Δυνητική
- もみ合える
- Προστακτική
- もみ合え
- Βουλητική
- もみ合おう
- Υποθετική (ば)
- もみ合えば
- Υποθετική (たら)
- もみ合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- もみ合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- もみ合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- もみ合いなさい
- Παθητική
- もみ合われる
- Αιτιατική
- もみ合わせる