もりもり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με όρεξη
- 02 ονοματοποιία ενεργητικά, δυναμικά, σκληρά, με ενθουσιασμό
- 03 ονοματοποιία φουσκωμένος (για μύες), που ξεχειλίζει (για δύναμη, θάρρος κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- もりもりする
- Παρόν (ευγενικό)
- もりもりします
- Άρνηση (απλή)
- もりもりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- もりもりしません
- Παρελθόν (απλό)
- もりもりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- もりもりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- もりもりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- もりもりしませんでした
- Τε-μορφή
- もりもりして
- Δυνητική
- もりもりできる
- Προστακτική
- もりもりしろ
- Βουλητική
- もりもりしよう
- Υποθετική (ば)
- もりもりすれば
- Υποθετική (たら)
- もりもりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- もりもりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- もりもりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- もりもりしなさい
- Παθητική
- もりもりされる
- Αιτιατική
- もりもりさせる