やがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποτιμητικό τολμώ να (εκφράζει περιφρόνηση ή θυμό για την ενέργεια κάποιου)

Παραδείγματα

  • なぜやがる

    Γιατί το έφαγες, ρε;

  • わたしのものを勝手かって使つかやがって

    Πώς τολμάς να χρησιμοποιείς τα πράγματά μου χωρίς άδεια!

  • あいつ、われたこともできないくせに、勝手かってかえやがった

    Αυτός, ενώ δεν μπορεί να κάνει ούτε αυτά που του λένε, τολμάει και φεύγει μόνος του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
やがる
Παρόν (ευγενικό)
やがります
Άρνηση (απλή)
やがらない
Άρνηση (ευγενική)
やがりません
Παρελθόν (απλό)
やがった
Παρελθόν (ευγενικό)
やがりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
やがらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
やがりませんでした
Τε-μορφή
やがって
Δυνητική
やがれる
Προστακτική
やがれ
Βουλητική
やがろう
Υποθετική (ば)
やがれば