やけ食い
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερφαγία, κατανάλωση φαγητού λόγω άγχους
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- やけ食いする
- Παρόν (ευγενικό)
- やけ食いします
- Άρνηση (απλή)
- やけ食いしない
- Άρνηση (ευγενική)
- やけ食いしません
- Παρελθόν (απλό)
- やけ食いした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- やけ食いしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- やけ食いしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- やけ食いしませんでした
- Τε-μορφή
- やけ食いして
- Δυνητική
- やけ食いできる
- Προστακτική
- やけ食いしろ
- Βουλητική
- やけ食いしよう
- Υποθετική (ば)
- やけ食いすれば
- Υποθετική (たら)
- やけ食いしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- やけ食いしたい
- Απαγορευτική (~な)
- やけ食いするな
- Προστακτική (ευγενική)
- やけ食いしなさい
- Παθητική
- やけ食いされる
- Αιτιατική
- やけ食いさせる