やさぐれる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη κατσουφιάζω, γίνομαι γκρινιάρης
- 02 καθομιλουμένη το σκάω από το σπίτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- やさぐれる
- Παρόν (ευγενικό)
- やさぐれます
- Άρνηση (απλή)
- やさぐれない
- Άρνηση (ευγενική)
- やさぐれません
- Παρελθόν (απλό)
- やさぐれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- やさぐれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- やさぐれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- やさぐれませんでした
- Τε-μορφή
- やさぐれて
- Δυνητική
- やさぐれられる
- Προστακτική
- やさぐれろ
- Βουλητική
- やさぐれよう
- Υποθετική (ば)
- やさぐれれば
- Υποθετική (たら)
- やさぐれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- やさぐれたい
- Απαγορευτική (~な)
- やさぐれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- やさぐれなさい
- Παθητική
- やさぐれられる
- Αιτιατική
- やさぐれさせる