やっかむ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ζηλεύω, φθονώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- やっかむ
- Παρόν (ευγενικό)
- やっかみます
- Άρνηση (απλή)
- やっかまない
- Άρνηση (ευγενική)
- やっかみません
- Παρελθόν (απλό)
- やっかんだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- やっかみました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- やっかまなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- やっかみませんでした
- Τε-μορφή
- やっかんで
- Δυνητική
- やっかめる
- Προστακτική
- やっかめ
- Βουλητική
- やっかもう
- Υποθετική (ば)
- やっかめば
- Υποθετική (たら)
- やっかんだら
- Επιθυμητική (~たい)
- やっかみたい
- Απαγορευτική (~な)
- やっかむな
- Προστακτική (ευγενική)
- やっかみなさい
- Παθητική
- やっかまれる
- Αιτιατική
- やっかませる