やって見る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δοκιμάζω να κάνω κάτι, επιχειρώ κάτι, ρισκάρω με κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- やって見る
- Παρόν (ευγενικό)
- やって見ます
- Άρνηση (απλή)
- やって見ない
- Άρνηση (ευγενική)
- やって見ません
- Παρελθόν (απλό)
- やって見た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- やって見ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- やって見なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- やって見ませんでした
- Τε-μορφή
- やって見て
- Δυνητική
- やって見られる
- Προστακτική
- やって見ろ
- Βουλητική
- やって見よう
- Υποθετική (ば)
- やって見れば
- Υποθετική (たら)
- やって見たら
- Επιθυμητική (~たい)
- やって見たい
- Απαγορευτική (~な)
- やって見るな
- Προστακτική (ευγενική)
- やって見なさい
- Παθητική
- やって見られる
- Αιτιατική
- やって見させる