Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
やむを得ず
やむをえず
や
やむを
得
え
ず
άλλο, επίρρημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αναπόφευκτα, αναγκαστικά, απρόθυμα, παρά τη θέλησή μου