ややこしい

επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περίπλοκος, σύνθετος, δυσνόητος, μπερδεμένος, δύσκολος, ενοχλητικός

Παραδείγματα

  • この問題もんだいすこややこしいです

    Αυτό το πρόβλημα είναι λίγο περίπλοκο.

  • かれ説明せつめいややこしくてわたしにはよくわかりませんでした。

    Η εξήγησή του ήταν μπερδεμένη και δεν την κατάλαβα καλά.

  • 最近さいきん人間関係にんげんかんけいがややこしくなってきて、どうすればいいかなやんでいます。

    Τον τελευταίο καιρό, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν γίνει περίπλοκες και σκέφτομαι τι να κάνω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ややこしい
Παρόν (ευγενικό)
ややこしいです
Άρνηση (απλή)
ややこしくない
Άρνηση (ευγενική)
ややこしくないです
Παρελθόν (απλό)
ややこしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
ややこしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ややこしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ややこしくなかったです
Τε-μορφή
ややこしくて
Υποθετική (ば)
ややこしければ