やらざるを得えない

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν μπορώ να αποφύγω να κάνω, δεν μπορώ παρά να κάνω, αναγκάζομαι να κάνω, νιώθω υποχρεωμένος να κάνω, οφείλω να κάνω