やり取り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δοσοληψία, ανταλλαγή (π.χ. επιστολών), αντιπαράθεση, λογομαχία, συζήτηση, διάλογος
Παραδείγματα
-
彼と毎日メールでやり取りをします。
Ανταλλάσσω email μαζί του κάθε μέρα.
-
仕事で円滑なやり取りが重要です。
Στη δουλειά, η ομαλή επικοινωνία είναι πολύ σημαντική.
-
異なる意見を持つ人たちとのやり取りから、新しい視点が生まれることがあります。
Από την ανταλλαγή απόψεων με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές ιδέες, μπορούν να προκύψουν νέες προοπτικές.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- やり取りする
- Παρόν (ευγενικό)
- やり取りします
- Άρνηση (απλή)
- やり取りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- やり取りしません
- Παρελθόν (απλό)
- やり取りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- やり取りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- やり取りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- やり取りしませんでした
- Τε-μορφή
- やり取りして
- Δυνητική
- やり取りできる
- Προστακτική
- やり取りしろ
- Βουλητική
- やり取りしよう
- Υποθετική (ば)
- やり取りすれば
- Υποθετική (たら)
- やり取りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- やり取りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- やり取りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- やり取りしなさい
- Παθητική
- やり取りされる
- Αιτιατική
- やり取りさせる