やり遂とげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεκπεραιώνω, ολοκληρώνω, φέρω εις πέρας, πραγματώνω

Παραδείγματα

  • 私わたしは宿題しゅくだいをやり遂やりとげます。

    Θα τελειώσω τις εργασίες μου.

  • 彼かれはどんなに難むずかしい仕事しごとでも、必かならず最後さいごまでやり遂やりとげます。

    Ανεξάρτητα από το πόσο δύσκολη είναι η δουλειά, αυτός πάντα την ολοκληρώνει μέχρι τέλους.

  • 新あたらしいプロジェクトを無事ぶじやり遂やりとげるためには、チーム全員チームぜんいんの協力きょうりょくが不可欠ふかけつです。

    Για να φέρουμε επιτυχώς εις πέρας το νέο έργο, η συνεργασία όλης της ομάδας είναι απαραίτητη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
やり遂げる
Παρόν (ευγενικό)
やり遂げます
Άρνηση (απλή)
やり遂げない
Άρνηση (ευγενική)
やり遂げません
Παρελθόν (απλό)
やり遂げた
Παρελθόν (ευγενικό)
やり遂げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
やり遂げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
やり遂げませんでした
Τε-μορφή
やり遂げて
Δυνητική
やり遂げられる
Προστακτική
やり遂げろ
Βουλητική
やり遂げよう
Υποθετική (ば)
やり遂げれば