ゆさゆさ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ταλαντευόμενος (με μεγάλες αργές κινήσεις), κουνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゆさゆさする
Παρόν (ευγενικό)
ゆさゆさします
Άρνηση (απλή)
ゆさゆさしない
Άρνηση (ευγενική)
ゆさゆさしません
Παρελθόν (απλό)
ゆさゆさした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゆさゆさしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゆさゆさしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゆさゆさしませんでした
Τε-μορφή
ゆさゆさして
Δυνητική
ゆさゆさできる
Προστακτική
ゆさゆさしろ
Βουλητική
ゆさゆさしよう
Υποθετική (ば)
ゆさゆさすれば