ゆっくり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία σιγά, χωρίς βιασύνη, άνετα, με την ησυχία μου
  2. 02 ονοματοποιία άνετα (π.χ. στον χρόνο μου), καλά, επαρκώς, άφθονα, με χρόνο στη διάθεσή μου
  3. 03 ονοματοποιία καλά (π.χ. ύπνος), αναπαυτικά

Παραδείγματα

  • わたしいまゆっくりしたです。

    Θέλω να χαλαρώσω τώρα.

  • やすみのは、いえゆっくりすごしたいです。

    Τις ημέρες των διακοπών, θέλω να τις περάσω χαλαρά στο σπίτι.

  • 長旅ながたびあとは、温泉おんせんひたかってからだゆっくりやすめたいとおもいます。

    Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, σκέφτομαι να χαλαρώσω καλά το σώμα μου βυθιζόμενος σε μια ιαματική πηγή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゆっくりする
Παρόν (ευγενικό)
ゆっくりします
Άρνηση (απλή)
ゆっくりしない
Άρνηση (ευγενική)
ゆっくりしません
Παρελθόν (απλό)
ゆっくりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゆっくりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゆっくりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゆっくりしませんでした
Τε-μορφή
ゆっくりして
Δυνητική
ゆっくりできる
Προστακτική
ゆっくりしろ
Βουλητική
ゆっくりしよう
Υποθετική (ば)
ゆっくりすれば