ゆったり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία άνετος, χαλαρός, ήρεμος, ξεκούραστος
  2. 02 φαρδύς, ευρύχωρος

Παραδείγματα

  • ふくわたしゆったりしています。

    Τα ρούχα μού είναι άνετα.

  • 休日きゅうじついえゆったりすごしたいです。

    Τις διακοπές θέλω να τις περάσω χαλαρά στο σπίτι.

  • 温泉おんせんつかかりながら、日頃ひごろつかれをゆったりいやしました。

    Ενώ απολάμβανα τα ιαματικά λουτρά, χαλάρωσα και ανέκτησα τις δυνάμεις μου από την καθημερινή κούραση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
ゆったりする
Παρόν (ευγενικό)
ゆったりします
Άρνηση (απλή)
ゆったりしない
Άρνηση (ευγενική)
ゆったりしません
Παρελθόν (απλό)
ゆったりした
Παρελθόν (ευγενικό)
ゆったりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ゆったりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ゆったりしませんでした
Τε-μορφή
ゆったりして
Δυνητική
ゆったりできる
Προστακτική
ゆったりしろ
Βουλητική
ゆったりしよう
Υποθετική (ば)
ゆったりすれば