よしよし

επιφώνημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντάξει, πολύ καλά, μια χαρά
  2. 02 σιγά σιγά, όλα καλά (παρηγορητικό)
  3. 03 παιδικό χάιδεμα (π.χ. ενός παιδιού στο κεφάλι), χάδι

Παραδείγματα

  • よしよし、いいこですね。

    Μπράβο, είσαι καλό παιδί.

  • よしよし大丈夫だいじょうぶだよ、もういたくないからね。

    Εντάξει, εντάξει, όλα είναι καλά, δεν πονάει πια.

  • ころんでしまったおさなどもに、母親ははおやが「よしよし」とこえをかけながらやさしくあたまをなでた。

    Η μητέρα χάιδεψε απαλά το κεφάλι του μικρού παιδιού που είχε πέσει, λέγοντάς του «έλα, έλα».

Κλίση

Παρόν (απλό)
よしよしする
Παρόν (ευγενικό)
よしよしします
Άρνηση (απλή)
よしよししない
Άρνηση (ευγενική)
よしよししません
Παρελθόν (απλό)
よしよしした
Παρελθόν (ευγενικό)
よしよししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
よしよししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
よしよししませんでした
Τε-μορφή
よしよしして
Δυνητική
よしよしできる
Προστακτική
よしよししろ
Βουλητική
よしよししよう
Υποθετική (ば)
よしよしすれば