わがままを言う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φέρομαι παράλογα, γκρινιάζω, συμπεριφέρομαι σαν παιδί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- わがままを言う
- Παρόν (ευγενικό)
- わがままを言います
- Άρνηση (απλή)
- わがままを言わない
- Άρνηση (ευγενική)
- わがままを言いません
- Παρελθόν (απλό)
- わがままを言った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- わがままを言いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- わがままを言わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- わがままを言いませんでした
- Τε-μορφή
- わがままを言って
- Δυνητική
- わがままを言える
- Προστακτική
- わがままを言え
- Βουλητική
- わがままを言おう
- Υποθετική (ば)
- わがままを言えば
- Υποθετική (たら)
- わがままを言ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- わがままを言いたい
- Απαγορευτική (~な)
- わがままを言うな
- Προστακτική (ευγενική)
- わがままを言いなさい
- Παθητική
- わがままを言われる
- Αιτιατική
- わがままを言わせる