わさわさ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανήσυχος, νευρικός, ζωηρός, πολυάσχολος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- わさわさする
- Παρόν (ευγενικό)
- わさわさします
- Άρνηση (απλή)
- わさわさしない
- Άρνηση (ευγενική)
- わさわさしません
- Παρελθόν (απλό)
- わさわさした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- わさわさしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- わさわさしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- わさわさしませんでした
- Τε-μορφή
- わさわさして
- Δυνητική
- わさわさできる
- Προστακτική
- わさわさしろ
- Βουλητική
- わさわさしよう
- Υποθετική (ば)
- わさわさすれば
- Υποθετική (たら)
- わさわさしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- わさわさしたい
- Απαγορευτική (~な)
- わさわさするな
- Προστακτική (ευγενική)
- わさわさしなさい
- Παθητική
- わさわさされる
- Αιτιατική
- わさわささせる