わっと
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία απότομα και με δυνατή φωνή (π.χ. λυγμοί)
Παραδείγματα
-
赤ちゃんが急にわっと泣き出しました。
Το μωρό ξαφνικά άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
-
嬉しさがこみ上げて、彼女はわっと泣き崩れました。
Η χαρά την κατέκλυσε και ξέσπασε σε κλάματα.
-
長い間抑え込んでいた感情が溢れ出し、彼はわっと号泣しました。
Τα συναισθήματα που κρατούσε μέσα του για καιρό ξεχείλισαν, και ξέσπασε σε δυνατούς λυγμούς.