わらわら

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία πολυκοσμία, ανακάτεμα, σπαρτάρισμα, ανατριχιαστικό σέρσιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
わらわらする
Παρόν (ευγενικό)
わらわらします
Άρνηση (απλή)
わらわらしない
Άρνηση (ευγενική)
わらわらしません
Παρελθόν (απλό)
わらわらした
Παρελθόν (ευγενικό)
わらわらしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
わらわらしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
わらわらしませんでした
Τε-μορφή
わらわらして
Δυνητική
わらわらできる
Προστακτική
わらわらしろ
Βουλητική
わらわらしよう
Υποθετική (ば)
わらわらすれば