アイロン掛け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σιδέρωμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- アイロン掛けする
- Παρόν (ευγενικό)
- アイロン掛けします
- Άρνηση (απλή)
- アイロン掛けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- アイロン掛けしません
- Παρελθόν (απλό)
- アイロン掛けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- アイロン掛けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- アイロン掛けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- アイロン掛けしませんでした
- Τε-μορφή
- アイロン掛けして
- Δυνητική
- アイロン掛けできる
- Προστακτική
- アイロン掛けしろ
- Βουλητική
- アイロン掛けしよう
- Υποθετική (ば)
- アイロン掛けすれば
- Υποθετική (たら)
- アイロン掛けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- アイロン掛けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- アイロン掛けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- アイロン掛けしなさい
- Παθητική
- アイロン掛けされる
- Αιτιατική
- アイロン掛けさせる