Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
アクチュエータ
アクチュエータ
ア
アクチュエータ
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ενεργοποιητής, μηχανισμός πρόσβασης (π.χ. δίσκου)