アタック

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίθεση
  2. 02 προσπάθεια, αντιμετώπιση (δύσκολου έργου), εγχείρημα
  3. 03 πραγματοποίηση ανάβασης (σε κορυφή)
  4. 04 επιτίθεμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
アタックする
Παρόν (ευγενικό)
アタックします
Άρνηση (απλή)
アタックしない
Άρνηση (ευγενική)
アタックしません
Παρελθόν (απλό)
アタックした
Παρελθόν (ευγενικό)
アタックしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
アタックしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
アタックしませんでした
Τε-μορφή
アタックして
Δυνητική
アタックできる
Προστακτική
アタックしろ
Βουλητική
アタックしよう
Υποθετική (ば)
アタックすれば