アレンジ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκευή (μουσικού κομματιού), προσαρμογή (ιστορίας, συνταγής κ.λπ.), ερμηνεία, εκδοχή
  2. 02 τακτοποίηση (αντικειμένων, συνάντησης κ.λπ.), οργάνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
アレンジする
Παρόν (ευγενικό)
アレンジします
Άρνηση (απλή)
アレンジしない
Άρνηση (ευγενική)
アレンジしません
Παρελθόν (απλό)
アレンジした
Παρελθόν (ευγενικό)
アレンジしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
アレンジしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
アレンジしませんでした
Τε-μορφή
アレンジして
Δυνητική
アレンジできる
Προστακτική
アレンジしろ
Βουλητική
アレンジしよう
Υποθετική (ば)
アレンジすれば