アンスコ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες καταχωρήσεις: アンスコ
- 01 διαδικτυακή αργκό απεγκατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- アンスコする
- Παρόν (ευγενικό)
- アンスコします
- Άρνηση (απλή)
- アンスコしない
- Άρνηση (ευγενική)
- アンスコしません
- Παρελθόν (απλό)
- アンスコした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- アンスコしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- アンスコしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- アンスコしませんでした
- Τε-μορφή
- アンスコして
- Δυνητική
- アンスコできる
- Προστακτική
- アンスコしろ
- Βουλητική
- アンスコしよう
- Υποθετική (ば)
- アンスコすれば
- Υποθετική (たら)
- アンスコしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- アンスコしたい
- Απαγορευτική (~な)
- アンスコするな
- Προστακτική (ευγενική)
- アンスコしなさい
- Παθητική
- アンスコされる
- Αιτιατική
- アンスコさせる