イオン化か

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιονισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
イオン化する
Παρόν (ευγενικό)
イオン化します
Άρνηση (απλή)
イオン化しない
Άρνηση (ευγενική)
イオン化しません
Παρελθόν (απλό)
イオン化した
Παρελθόν (ευγενικό)
イオン化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
イオン化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
イオン化しませんでした
Τε-μορφή
イオン化して
Δυνητική
イオン化できる
Προστακτική
イオン化しろ
Βουλητική
イオン化しよう
Υποθετική (ば)
イオン化すれば