イガイガ

ουσιαστικό, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγκαθωτό περίβλημα (κάστανου κ.λπ.), αγκαθωτό τσόφλι
  2. 02 ερεθιστικός (π.χ. στον λαιμό), αγκαθωτός, τραχύς
  3. 03 αρχαϊκό ονοματοποιία κλάμα μωρού