イチャイチャ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ερωτοτροπώ, ανταλλάσσω τρυφερότητες, χαϊδεύομαι, φλερτάρω έντονα, εκδηλώνω ερωτικό ενδιαφέρον, επιδίδομαι σε ερωτικά παιχνίδια

Κλίση

Παρόν (απλό)
イチャイチャする
Παρόν (ευγενικό)
イチャイチャします
Άρνηση (απλή)
イチャイチャしない
Άρνηση (ευγενική)
イチャイチャしません
Παρελθόν (απλό)
イチャイチャした
Παρελθόν (ευγενικό)
イチャイチャしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
イチャイチャしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
イチャイチャしませんでした
Τε-μορφή
イチャイチャして
Δυνητική
イチャイチャできる
Προστακτική
イチャイチャしろ
Βουλητική
イチャイチャしよう
Υποθετική (ば)
イチャイチャすれば