イメージアップ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βελτίωση της εικόνας κάποιου ή κάποιου πράγματος, αναβάθμιση της φήμης

Κλίση

Παρόν (απλό)
イメージアップする
Παρόν (ευγενικό)
イメージアップします
Άρνηση (απλή)
イメージアップしない
Άρνηση (ευγενική)
イメージアップしません
Παρελθόν (απλό)
イメージアップした
Παρελθόν (ευγενικό)
イメージアップしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
イメージアップしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
イメージアップしませんでした
Τε-μορφή
イメージアップして
Δυνητική
イメージアップできる
Προστακτική
イメージアップしろ
Βουλητική
イメージアップしよう
Υποθετική (ば)
イメージアップすれば