イモい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργκό χωριάτικος, απλοϊκός, επαρχιώτικος, βλάχικος, άκομψος, ντεμοντέ

Κλίση

Παρόν (απλό)
イモい
Παρόν (ευγενικό)
イモいです
Άρνηση (απλή)
イモくない
Άρνηση (ευγενική)
イモくないです
Παρελθόν (απλό)
イモかった
Παρελθόν (ευγενικό)
イモかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
イモくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
イモくなかったです
Τε-μορφή
イモくて
Υποθετική (ば)
イモければ